Το Δ.Σ. της ΕΛΜΕ εκφράζει την αντίθεσή του στον τρόπο με τον οποίο προωθείται η εφαρμογή του λεγόμενου «πολλαπλού βιβλίου» στα σχολεία.
Η κυβέρνηση παρουσιάζει το πολλαπλό βιβλίο ως μέτρο «ενίσχυσης της παιδαγωγικής ελευθερίας» και «αναβάθμισης της εκπαιδευτικής διαδικασίας». Στην πραγματικότητα, όμως, πρόκειται για μια βαθιά αντιεκπαιδευτική μεταρρύθμιση, που εντάσσεται στη συνολική πολιτική της διαφοροποίησης, της κατηγοριοποίησης και της λειτουργίας του σχολείου με όρους αγοράς.
Μέχρι σήμερα, το ενιαίο σχολικό βιβλίο αποτελούσε βασικό στοιχείο της ισότιμης πρόσβασης όλων των μαθητών στη γνώση. Η εισαγωγή πολλών διαφορετικών βιβλίων για το ίδιο μάθημα οδηγεί αντικειμενικά σε διαφοροποίηση του μορφωτικού περιεχομένου από σχολείο σε σχολείο και από περιοχή σε περιοχή.
Το πολλαπλό βιβλίο δεν αποτελεί ουδέτερη παιδαγωγική επιλογή. Συνδέεται άμεσα με τη στρατηγική της «αυτονομίας» της σχολικής μονάδας, της αξιολόγησης και της κατηγοριοποίησης των σχολείων. Όταν κάθε σχολείο καλείται να επιλέγει διαφορετικά βιβλία, να διαμορφώνει διαφορετικό εκπαιδευτικό προφίλ και να συγκρίνεται με άλλα σχολεία, ενισχύεται η λογική του ανταγωνισμού και της διαφοροποίησης. Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι τέτοιες πολιτικές οδηγούν σε σχολεία πολλών ταχυτήτων. Σχολικές μονάδες με μεγαλύτερες δυνατότητες, υποδομές και πρόσβαση σε πόρους αποκτούν συγκριτικά πλεονεκτήματα, ενώ σχολεία σε λαϊκές και απομακρυσμένες περιοχές οδηγούνται σε ακόμη μεγαλύτερη υποβάθμιση.
Οι εκπαιδευτικοί καλούνται, μέσα σε ασφυκτικά χρονοδιαγράμματα, αυξημένες γραφειοκρατικές υποχρεώσεις και χωρίς την αναγκαία επιμόρφωση, να μελετήσουν, να αξιολογήσουν και να επιλέξουν ανάμεσα σε διαφορετικά διδακτικά εγχειρίδια. Η διαδικασία αυτή μεταφέρει πρόσθετο φόρτο εργασίας στους εκπαιδευτικούς, χωρίς να εξασφαλίζονται οι αναγκαίοι χρόνοι συνεργασίας των συλλόγων διδασκόντων και των επιστημονικών ομάδων.
Επιπλέον, η εισαγωγή πολλαπλών βιβλίων δεν αντιμετωπίζει τα πραγματικά προβλήματα της δημόσιας εκπαίδευσης: τα πολυπληθή τμήματα, τα κενά προσωπικού, τις ελλείψεις σε υποδομές, την υποχρηματοδότηση και την εντατικοποίηση της εργασίας των εκπαιδευτικών.
Η βελτίωση της εκπαιδευτικής διαδικασίας δεν μπορεί να επιτευχθεί με αποσπασματικές μεταρρυθμίσεις που εφαρμόζονται χωρίς ουσιαστικό διάλογο με την εκπαιδευτική κοινότητα και χωρίς την εξασφάλιση των αναγκαίων όρων για την επιτυχία τους. Η εκπαιδευτική πολιτική οφείλει να στηρίζεται στις πραγματικές ανάγκες της σχολικής τάξης και όχι σε επιλογές που αυξάνουν το διοικητικό και παιδαγωγικό βάρος των εκπαιδευτικών χωρίς αντίστοιχη στήριξη.
Η ΕΛΜΕ Ιωαννίνων απαιτεί:
• Να δοθεί επαρκής χρόνος μελέτης και διαβούλευσης πριν από οποιαδήποτε εφαρμογή του μέτρου.
• Να εξασφαλιστεί ουσιαστική επιμόρφωση των εκπαιδευτικών.
• Να ληφθούν υπόψη οι θέσεις των εκπαιδευτικών ομοσπονδιών και των επιστημονικών ενώσεων.
• Να δοθεί προτεραιότητα στην αντιμετώπιση των χρόνιων προβλημάτων των σχολείων.
- Η ΟΛΜΕ να πάρει θέση δίνοντας κατεύθυνση και οργανώνοντας την αντίδραση του κλάδου.








