Στην αρχή του 2026 ολοκληρώθηκε η παραχώρηση της Εγνατίας Οδού (καθώς και των 3 καθέτων αξόνων της) από το Ελληνικό Δημόσιο στην «Νέα Εγνατία Οδός ΑΕ». Καθιστώντας έτσι την παραχωρησιούχο εταιρεία υπεύθυνη για 35 έτη για τη διαχείριση, λειτουργία συντήρηση και αναβάθμισή της.
Η Εγνατία Οδός αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα αναπτυξιακά, τεχνικά και κοινωνικά έργα που υλοποιήθηκαν στη χώρα. Για την Ήπειρο ειδικότερα, δεν είναι απλώς ένας αυτοκινητόδρομος, αλλά ο βασικός συγκοινωνιακός και αναπτυξιακός διάδρομος που αίρει δεκαετίες γεωγραφικής απομόνωσης, συνδέει την περιφέρεια με τα μεγάλα αστικά κέντρα και τα λιμάνια, υποστηρίζει την εξωστρέφεια της τοπικής οικονομίας, ενισχύει τον τουρισμό και τη διασυνοριακή κινητικότητα και μειώνει δραστικά χρόνους και κόστη μετακίνησης για πολίτες, επιχειρήσεις και δημόσιες υπηρεσίες. Η λειτουργική της επάρκεια και η οδική της ασφάλεια δεν αφορούν μόνο τη μετακίνηση· αφορούν την πρόσβαση σε υγεία, εκπαίδευση, εργασία, την εφοδιαστική αλυσίδα, την πολιτική προστασία και, τελικά, τη συνολική περιφερειακή συνοχή της Ηπείρου και την διασύνδεση της με τις υπόλοιπες περιφέρειες στα ανατολικά της.
Η προαναφερθείσα παραχώρηση έγινε δημιουργώντας μια σειρά από προβλήματα, τόσο στους εργαζόμενους, πολίτες, χρήστες της οδού, αλλά και σ΄αυτό καθαυτό το έργο της Εγνατίας οδού.
Στο ΤΕΕ-ΤΗ, στο πλαίσιο του ρόλου μας, ασχοληθήκαμε με το ζήτημα, διαπιστώνοντας προβλήματα σε τεχνικό και διαχειριστικό επίπεδο, τα οποία επιφέρουν αντίστοιχα δυσμενή κοινωνικό αντίκτυπο. Στο πλαίσιο αυτό η ΔΕ του Τμήματος συνέταξε και απέστειλε επιστολή προς το Υπουργείο Μεταφορών (η οποία επισυνάπτεται) στην οποίαπεριγράφει και αναδεικνύει τα κύρια ζητήματα και προβλήματα που αναδείχθηκαν μετά την παραχώρησή της Εγνατίας στον παραχωρησιούχο.
Τα ζητήματα αυτά αφορούν συνοπτικά τα κάτωθι ζητήματα:
- Αύξηση του κόστους χρήσης της οδού.
- Υποβάθμιση του συγκοινωνιακού επιπέδου εξυπηρέτησης (μείωση της ταχύτητας κυκλοφορίας της οδού λόγω μείωσης των διαθέσιμων λωρίδων κυκλοφορίας κ.α) σε όλο το μήκος των σηράγγων (άνω των 500 μ) της Εγνατίας Οδού, εξαιτίας κυκλοφοριακών ρυθμίσεων που εφαρμόζονται λόγω της μη πιστοποίησής τους, με αποτέλεσμα την επιμήκυνση του χρόνου μετακίνησης, τη δημιουργία συνθηκών ταλαιπωρίας των χρηστών και την αύξηση της επικινδυνότητας χρήσης της οδού .
- Αναγκαιότητα κατασκευής των απαιτούμενων έργων για την πιστοποίηση που αντιστοιχεί σε κατηγορία Ε (χωρίς επικίνδυνα φορτία) όσων σηράγγων δεν έχουν πιστοποιηθεί.
- Πρόκληση σοβαρών προβλημάτων στις μεταφορές επικίνδυνων φορτίων (μέχρι την πιστοποίηση από τον παραχωρησιούχο των σηράγγων σε κατηγορία Α) καθώς και αύξηση της επισφάλειας διέλευσής τους εντός και εκτός Εγνατίας Οδού, με δυσμενείς συνέπειες στον ομαλό εφοδιασμό της περιοχής.
- Αποστέρηση της λειτουργικότητας μιας από τις σοβαρότερες οδικές υποδομές της χώρας από την εμπειρία και τεχνογνωσία του προσωπικού της Εγνατίας Α.Ε.
- Έντονο προβληματισμό σχετικά με τον αν η εν λόγω παραχώρηση εντέλει ήταν προς ωφελεία του Ελληνικού Δημοσίου
Θα πρέπει να καταστεί σαφές, ότι τόσο το Δημόσιο που δημοπράτησε και ανέθεσε την παραχώρηση με αυτούς τους όρους όσο και ο παραχωρησιούχος με την προσφορά του, δεν απαλλάσσονται των ευθυνών που φέρουν αμφότεροι , λόγω του αποτελέσματος που έχουν επιφέρει τελικά στο επίπεδο εξυπηρέτησης και ασφάλειας της οδού. Ο στραγγαλισμός της κυκλοφορίας που ξεκίνησε με την έναρξη της παραχώρησης, μετά την τελευταία τροπολογία που κατέθεσε η κυβέρνηση κατά την κύρωση της σύμβασης παραχώρησης, φαίνεται ότι συμβαίνει για να εξυπηρετεί την υπέρογκη αποζημίωση του παραχωρησιούχου . Εάν όντως υπήρχαν ελλείψεις στην οδό και στις σήραγγες εκφεύγει του επιπέδου της κοινής λογικής ο ισχυρισμός πως αυτές δεν ήταν γνωστές και στα δύο μέρη για μεγάλο χρονικό διάστημα και προέκυψαν αιφνιδίως λίγο πριν την έναρξη της σύμβασης, , με αποτέλεσμα και οι δύο πλευρές να φέρουν την ανάλογη ευθύνη. Η εκ μέρους τους αποποίηση ευθυνών και η συνακόλουθη μετακύλιση του κόστους στον πολίτη δεν συνιστά δίκαιη μεταχείριση κι ως εκ τούτου δεν δικαιολογείται.
Το ΤΕΕ-ΤΗ, με βάση τα παραπάνω, θέτει προς το Υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών τα παρακάτω αιτήματα, θεωρώντας τα κρίσιμα για τη διασφάλιση της διαφάνειας, του αισθήματος δικαίου και την υπεράσπιση του δημοσίου συμφέροντος:
- Να υπάρξει άμεση δημοσιοποίηση αναλυτικού χρονοδιαγράμματος επιθεωρήσεων από το Δημόσιο και τον παραχωρησιούχο, σύνταξης μελετών, αξιολόγησης και από ελεγκτή μελετητή του δημοσίου και των εργασιών ανά τμήμα, με τεκμηρίωση των κυκλοφοριακών ρυθμίσεων και των μέτρων ασφάλειας.
- Να πραγματοποιηθεί διαχωρισμός των εργασιών που υπολείπονται για πιστοποίηση μόνο των σηράγγων που δεν έχουν πιστοποίηση κατά κατηγορία Ε.
- Να πραγματοποιηθεί η επίβλεψη όλων των εργασιών που πληρώνει επιπλέον το Δημόσιο από φορέα του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών και όχι από τον ανεξάρτητο μηχανικό του έργου.
- Να αναληφθεί η ρητή δέσμευση για πλήρη συμμόρφωση των σηράγγων που μέχρι σήμερα δεν είχαν πιστοποιηθεί με βάση τις υπολειπόμενες εργασίες που δεν ολοκλήρωσε το Δημόσιο και η Εγνατία Οδός ΑΕ (εντός ορισμένου χρονοδιαγράμματος), με σαφή πρωτόκολλα λειτουργίας έως την ολοκλήρωση των εργασιών.
- Να δημοσιοποιηθούν οι υποχρεώσεις του Δημοσίου έναντι του παραχωρησιούχου για όλες τις απαιτούμενες επεμβάσεις που θα πραγματοποιηθούν (ενδεικτικά πιστοποιήσεις σηράγγων, επισκευές γεφυρών, απαλλαγές, claimsκλπ).
- Να δημοσιοποιηθεί η τιμολογιακή πολιτική των διοδίων για τα επόμενα χρόνια, χρονοδιάγραμμα αυξήσεων, νέοι σταθμοί, απαλλαγές και ειδικά καθεστώτα για κατοίκους/επαγγελματίες που δικαιούνται αλλά και για νέους κατοίκους των περιοχών στη λογική της κινητροδότησης εγκατάστασης/διαμονής.
- Να ανακοινωθεί η άμεση εφαρμογή ηλεκτρονικού και πλήρως αναλογικού συστήματος διοδίων που χρεώνει αντίστοιχα τους χρήστες με βάση την απόσταση που διανύουν, με ταυτόχρονη διασαφήνιση αν το κόστος αυτού του συστήματος θα βαρύνει το δημόσιο ή τον παραχωρησιούχο.
- Για όσο διάστημα εκτελούνται εργασίες και εφαρμόζονται μεταβατικές ρυθμίσεις, να μην ζητείται αυξημένο αντίτιμο, καθώς παρέχεται υποβαθμισμένο επίπεδο εξυπηρέτησης, ειδικά για μέτρα που λαμβάνονται μετά από εισήγηση του παραχωρησιούχου χωρίς να καλύπτει το δημόσιο την μείωση αυτή.
Τέλος θα πρέπει τονιστεί ότι, η χρηστή διαχείριση των παραχωρήσεων του Δημοσίου επιβάλλει αυτές να αξιολογούνται συνεχώς από το Δημόσιο, αφενός υπό το πρίσμα της οικονομοτεχνικής βιωσιμότητάς τους (όπως πραγματοποιείται και από τους παραχωρησιούχους) αλλά και την βελτιστοποίηση των ωφελειών τους προς το κοινωνικό σύνολο.








